Το πρώτο Ελληνικό Transsexual Portal σας καλωσορίζει !!!
Προφίλ | Όροι χρήσης | Άρθρα | Forum | Chat | Αγγελίες | Βιβλίο Επισκεπτών
Site map
Αρχική σελίδα
 TRANSSEXUAL NEWS
 
ΕΝΟΤΗΤΕΣ
Η άποψη του Transs.gr
Σύντομο σχόλιο από το transs.gr
Συνεντεύξεις του transs.gr
Καταγγελίες του Transs.gr
Απόψεις
Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών
Trans Διεκδικήσεις
Transgender day of Remembrance
Ομάδα Αλληλοβοήθειας
Ψυχολογική Υποστήριξη
Trans Προσωπικότητες
Trans Συγγραφείς
Trans Ποίηση
Trans Βeauties
TV - Video
Υγεία
Χρήσιμα tips
«Συμβουλές Ομορφιάς»
Συνεντεύξεις
Αφιερώματα
Ε Κ Δ Η Λ Ω Σ Ε Ι Σ
Διαγωνισμοί
Δελτία Τύπου Οργανώσεων
Αναδημοσιεύσεις
Βίντεο της ημέρας
Σαν Σήμερα - LGBT People in History
Chat
Trans Newsletter
Συντάκτες και συνεργάτες
ΒΙΒΛΙΑ
Trans Λογοτεχνία
Trans Δοκίμια
Trans Βιογραφίες
Trans Ξενόγλωσση Λογοτεχνία
Trans Ξενόγλωσσα Δοκίμια
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
Gay Λογοτενία
Gay Βιογραφίες
Gay Ποίηση
Gay - Lesbian Μελέτες- Δοκίμια
Lesbian Λογοτενία
Lesbian Ποίηση
Eρωτική Λογοτεχνία
Σεξουαλικότητα
BDSM - S/M Λογοτεχνία
Γενική Λογοτεχνία
Ψυχολογία
Βιογραφίες
Επιστημονική φαντασία
Ιστορία
Φωτογραφία- Γραφικές τέχνες
Παρουσίαση - Βιβλιοκριτική
Rainbow Είδη Δώρων
Είδη Δώρων
DVD
Trans DVD
Gay DVD
Lesbian DVD
MAGAZINES - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ
Trans Ξενόγλωσσα Περιοδικά
GREEK PRESS & MAGAZINES
Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ
Τρία βιβλία μαζί με dvd
ΣΤΡΕΛΛΑ Το βιβλίο μαζί με το Dvd 19.90
ΝΕΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ [ 97 ]
ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ [ 124 ]
 
 LINKS
 
Newsletter
Παρακαλούμε εισάγετε το e-mail σας αν θέλετε να καταχωρηθείτε στην λίστα αλληλογραφίας μας για να ενημερώνεστε σχετικά με τις δραστηριότητες και τα προϊόντα μας, προσφορές, κλπ.
Κριτικές >> Ξ— σάρκα του αφέντη

 
Βαθμολογία
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ - Αθήνα - Ελλάδα
13 . 12 . 2006
Δύο συν μία ματιές για το sex ... «Ολα άρχισαν πριν από πολλά χρόνια, όταν ήμουν μόλις δεκαπέντε χρόνων: 1968 -η χρονιά των αναβρασμών. Εκείνο τον καιρό κάθε φορά που έβλεπα κορίτσι αναστατωνόμουν βαθιά και το κορμί μου κυριολεκτικά το διαπερνούσε μια ηλεκτρική εκκένωση. Δεν ήταν πλέον η εποχή των ιδανικών αισθημάτων, αλλά η εποχή του πόθου. Για να το πούμε απερίφραστα: η εποχή του σεξ. Από το πρωί ώς το βράδυ ήμουν σε έξαψη. Τρομερές ήταν οι απορίες μου σχετικά με τη φύση αυτής της αναστάτωσης, της οποίας η ένταση ευελπιστούσα ότι θα κόπαζε με τον καιρό. Δυστυχώς, σήμερα, στα 44 μου χρόνια, μπορώ να πω ότι η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο ίδιο σημείο. Με τη μόνη διαφορά ότι το 1968 αγνοούσα την αιτία αυτής της έξαψης, ενώ τώρα στα μισά του βίου μου αρχίζω να διαβλέπω αμυδρά κάποια εξήγηση: μπορεί το σεξ να είναι υγεία, δεν είναι όμως αθώο». Οι παραπάνω φράσεις δεν ανήκουν σε κάποιον διάσημο νεοϋορκέζο συγγραφέα, αλλά σ' έναν άγνωστό μας ώς τώρα Αϊτινό: τον Ντανί Λαφεριέρ. Είναι οι πρώτες φράσεις ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος, της «Σάρκας του αφέντη» (μετ. Αργυρώ Μακάρωφ, εκδ. «Αγρα»), γραμμένο στα μέσα της δεκαετίας του '90, μερικές από τις ιστορίες του οποίου μεταφέρθηκαν πρόσφατα από τον Λοράν Καντέ στο σινεμά (βλ. «Το κάλεσμα του Νότου», με πρωταγωνίστρια την Σαρλότ Ράμπλινγκ). Φράσεις που μας υπόσχονται ερεθιστικές σελίδες και που στην πραγματικότητα προσφέρουν κάτι πολύ παραπάνω: τη μύηση σε μια μακρινή, «εξωτική» χώρα, θύμα της αποικιοκρατίας και διαδοχικών δικτατοριών, σ' ένα σύμπαν όπου κάτω από τη σεξουαλική επιθυμία κρύβονται και κοχλάζουν άλλου είδους πόθοι, πολιτικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί. brbrb«Το σεξ ήταν η απόλυτη αμαρτία» Γεννημένος το 1953 στο Πορτ-ο-Πρενς της Αϊτής, ο Ντανί Λαφεριέρ ανήκει σε μια γενιά που ανδρώθηκε υπό το καθεστώς του Μπέμπι Ντοκ, όπως αποκαλούσαν οι Αϊτινοί τον γιο του δικτάτορα Φρανσουά Ντιβαλιέ (Πάπα Ντοκ), διάδοχό του το 1971 στην εξουσία. «Αν ο πατέρας», γράφει ο Λαφεριέρ, «είχε εγκαθιδρύσει το απόλυτο καθεστώς τρόμου, με τον γιο εγκαταστάθηκε η παρακμή. Ο πατέρας δεν ήθελε ν' ακούσει περί σεξ, είχε μάλιστα καταρτίσει ένα ιδιαίτερο Σώμα: την αστυνομία ηθών. Για εκείνον, το σεξ ήταν η απόλυτη αμαρτία. Τον φόνο μάλλον τον ενεθάρρυνε. Ο γιος άνοιξε τις πύλες στην ξένη μουσική (στην τζαζ και στη ροκ), στο χτένισμα άφρο, στα πορνοσινεμά, στις ταινίες βίας (τα ιταλικά γουέστερν) και στα ναρκωτικά. Αυτή ήταν η εποχή η δική μου». Αυτήν την εποχή του ανοίγματος προς τις ΗΠΑ αλλά και του φόβου, του ψέματος και των τρομακτικών ταξικών διαφορών περιγράφει στο βιβλίο του, ξετυλίγοντας μια πλειάδα σύντομων ερωτικών ιστοριών, γραμμένες πότε στο πρώτο πρόσωπο και πότε στο τρίτο. Σε μια χώρα όπου γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, δημοσιογράφοι και συγγραφείς ήταν είτε εξόριστοι είτε φυλακισμένοι, οι εναπομείναντες -γυναίκες, έφηβοι και παιδιά- δίχως χρήματα και δίχως μόρφωση, ανακάλυψαν στο σεξ ένα μέσο επιβίωσης. Νεαροί άντρες που εκπορνεύονται, προσφέροντας ηδονή σε εύπορες, νευρωτικές, μεσήλικες Αμερικανίδες, δεκαπεντάχρονοι μαύροι που μ' ένα απλό νεύμα ξυπνούν τον πόθο σε ξανθές Γαλλίδες της ντόπιας αριστοκρατίας, λάγνες κοριτσίστικες φιγούρες που ελίσσονται μέσα σε μπαρ και λέσχες προκαλώντας επιθυμία, το ανθρώπινο σύμπαν του Λαφεριέρ κινείται ανάμεσα στην ερωτική καταδίωξη και τον οργασμικό παροξυσμό. Ο ίδιος, έχοντας ήδη ξεκινήσει μια δημοσιογραφική καριέρα μετά τη δολοφονία ενός φίλου του το 1975, εγκατέλειψε τη χώρα κι εγκαταστάθηκε στο Μόντρεαλ- μια φυγή που αποτυπώθηκε στο έργο του «Το κελάηδημα των πουλιών». Μια δεκαετία αργότερα γνωρίζει την επιτυχία με το μυθιστόρημά του «Πώς να κάνετε έρωτα μ' έναν νέγρο χωρίς να κουραστείτε», κι ακολούθησαν άλλα εννιά. Δημοφιλής στον Καναδά, όπου επέστρεψε μετά από πολύχρονη διαμονή στο Μαϊάμι, ο Λαφεριέρ ισχυρίζεται πως στην ουσία το ίδιο πάντα βιβλίο γράφει: ένα υβρίδιο όπου διασταυρώνονται αναμνήσεις, βιώματα, χρώματα, μουσικές και ρεπορτάζ, κι όπου το σεξ χρησιμοποιείται ως μεταφορά για να φωτίσει τις αξίες μιας κοινωνίας άνισης και διεφθαρμένης. Μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να βαυκαλίζεται πως μόνο κατακτώντας «τη σάρκα του αφέντη», τη λευκή σάρκα δηλαδή, θα λυτρωθεί... Το σεξ δεσπόζει και στα «Χωριά» του Τζον Απντάικ (2004) που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά (μετ. Αύγουστος Κορτώ, εκδ. «Καστανιώτη»). Ενα μυθιστόρημα που, και στις δύο πλευρές του Αντλαντικού, έτυχε μάλλον χλιαρής υποδοχής από την κριτική, ως αναμάσημα ενός υλικού βιωμένου και ήδη απλωμένου σε παλιότερα έργα του Απντάικ- κυρίως στο «Τρέχα λαγέ» και τα «Ζεγάρια»-, με την ίδια βέβαια λαμπρή πρόζα αλλά στερημένο από χιούμορ και διάθεση ανανέωσης. Οπως άλλωστε ομολόγησε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο 74χρονος συγγραφέας, δεν ήταν λίγες οι φορές που σκέφτηκε ότι θα 'ταν καλή ιδέα να εγκαταλείψει την ολοκλήρωση του βιβλίου, σαν να γλίτωνε έτσι από έναν... κακό γάμο. Καθώς όμως ανήκει στο είδος εκείνων που πιέζουν τον εαυτό τους να γράφει κάθε μέρα έστω και λίγες σελίδες, αντιμετώπισε τη συγγραφή των «Χωριών» σαν μια σωτήρια ρουτίνα! brbrΜυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος και κριτικός με πολυετή θητεία στο περιοδικό «New Yorker», ο Απντάικ έχει στο ενεργητικό του πάνω από πενήντα έργα με τα οποία έχει σαρώσει όλα τα σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία των ΗΠΑ. Συνειδητός εμπειριστής, το αντίπαλον δέος του συνομήλικού του Φίλιπ Ροθ, όπως έχει χαρακτηριστεί, αναγνωρίζεται ως κορυφαίος χρονικογράφος των μικροαστικών μεταπολεμικών ηθών και ήταν από τους πρώτους που στη δεκαετία του '60 αποτύπωσε ερωτικές σκηνές, συμβαδίζοντας με μια εποχή όπου η σεξουαλική ελευθερία, από αίτημα προς κατάκτηση, εξελίχθηκε σε κάτι μαζικό, δεδομένο, σχεδόν μπανάλ. Το σεξ, αυτός ο «άθραυστος πυρήνας» της ανθρώπινης ύπαρξης κατά τον Μπρετόν, θέμα εξίσου προσφιλές στον Απντάικ σε συνδυασμό με την αγάπη, την ενοχή και την προδοσία, προσεγγίζεται στα «Χωριά» μέσα από την αφήγηση ενός εβδομηντάχρονου άντρα που ανακαλεί νοσταλγικά τα περασμένα της ζωής του με άξονα την σεξουαλική του «αγωγή». Κάποιου που καταλήγει ν' αποφανθεί ότι «το σεξ είναι ένα προγραμματισμένο ντελίριο που νικάει το θάνατο με την ίδια τη θανατερή του φύση, το μαύρο διάστημα ανάμεσα στα αστέρια που γλυκαίνουν την ύπαρξή μας, φωλιασμένα σε φλέβες και σχισμές». Κάποιου πάλαι ποτέ αθώου και μετέπειτα... μπερμπάντη, που αποφαίνεται ότι «είναι τρέλα το να ζεις». Γι' αυτό και βρίσκει γαλήνη στην κωμόπολη που έχει καταφύγει στα δυσμά του: «για να καταπραΰνουν αυτήν την τρέλα υπάρχουν τα χωριά»... Πράγματι, τίποτε δεν σαλεύει στο καθημερινό σύμπαν του Οουεν Μακένζι -του alter ego του Απντάικ- στην κωμόπολη του Χάσκελς Κρόσινγκ έξω από τη Μαχασουσέτη, όπου ζει με τη δεύτερη σύζυγό του, την 65χρονη πια Τζούλια. Εχουν πίσω τους από έναν άσχημα διαλυμένο γάμο ο καθένας, τα παιδιά που απέκτησαν χωριστά ζουν μακριά, μοιράζονται ήδη είκοσι πέντε χρόνια κοινού βίου, και το εκρηκτικό μείγμα «βάναυσης μηχανικής κι αισθηματικών ψευδαισθήσεων» έχει γι' αυτούς σωθεί. Το μόνο που έχει απομείνει στον Οουεν είναι τα σκόρπια βλέμματα στοργής προς τη σύντροφό του, την ώρα της γύμνιας ή καθ' οδόν προς το ξεγύμνωμα. Απραγος πλέον, έπειτα από μια λαμπρή καριέρα στον χώρο των κομπιούτερ, βιώνει ό,τι και οι ομόφυλοι που τον περιστοιχίζουν: τον γελαστό μισανδρισμό που τους κληροδότησε ο φεμινισμός. Οι σύζυγοι, σκέφτεται ο Οουεν, που σε χαμηλότερα οικονομικά στρώματα γεννούν την εξάρτηση και το φόβο με ξυλοδαρμούς, στο δικό τους σικ προάστιο εξημερώνονται χάρη στο εξωφρενικό κόστος του διαζυγίου. Οι σύζυγοι πλεονάζουν, είναι πειθήνιες, δευτερεύουσες φιγούρες στη δραστήρια συναλλαγή των γυναικών. Κι απ' την πλευρά του δεν έχει κανένα πρόβλημα ν' αποδεχτεί έναν τέτοιο ρόλο. Βουτηγμένος ωστόσο στη ζεστασιά της ρουτίνας, κάθε τόσο ταξιδεύει νοητά στο παρελθόν. Κι επιστρέφει στα φτωχικά κι αθώα παιδικά του χρόνια, σε μια άλλη κωμόπολη της Πενσυλβάνιας, στις πρώτες απορίες και στα πρώτα ερωτικά του σκιρτήματα, στον έρωτα που γνώρισε πλάι στην πρώτη του γυναίκα, συμφοιτήτριά του στο ΜΙΤ, όπως και στην πληθωρική του συλλογή από τις εξωσυζυγικές περιπέτειες που ακολούθησαν, καλύποντας έτσι -βασανιστικά αργά, είναι η αλήθεια- μια διαδρομή όπου το σεξ γίνεται εμμονή, πηγή αυτοθαυμασμού αλλά και αυτομαστιγώματος. Ποια κρυβόταν πίσω από την «Ο»Τόσο ο Λαφεριέρ όσο και ο Απντάικ ανακαλούν αβίαστα στα μυθιστορήματά τους τη σεξουαλικότητα, καθώς οι χαρακτήρες τους δεν θα μπορούσαν να πάρουν σάρκα και οστά στερημένοι από το βασικό αυτό ελατήριο. Ούτε η «Σάρκα του αφέντη», όμως, ούτε τα «Χωριά» ανήκουν στην κατηγορία των ερωτογραφημάτων, έργων που μπορούν να προκαλέσουν μια παράφορη ή μη σεξουαλική διέγερση. Τέτοιο μυθιστόρημα, αντίθετα, είναι η πολύκροτη «Ιστορία της Ο» της Πολίν Ρεάζ: ένα βιβλίο που αναστάτωσε πριν από μισό αιώνα τη Γαλλία και που, μεταφρασμένο από την Θ. Καραβατζή εκδόθηκε πριν από λίγες μέρες από τον «Εξάντα», ως ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της παγκόσμιας ερωτικής λογοτεχνίας. brbrΜε μιαν απίστευτης κοσμιότητας γραφή, η -επί μακρόν «κρυμμένη»- συγγραφέας του βιβλίου είχε εν έτει 1954 αφηγηθεί την ιστορία μιας φωτογράφου μόδας, της Ο, που για χάρη του εραστή της μεταμορφώνεται σε μια υποδειγματική σεξουαλική σκλάβα. Οικειοθελώς φυλακισμένη σ' έναν πύργο και στη διάθεση όλων των προσκεκλημένων εκεί, με τα μάτια καλυμένα, τα χέρια δεμένα πισώπλατα και τον λαιμό τυλιγμένο σε δερμάτινο περιλαίμιο, η Ο μαστιγώνεται με κάθε λογής καμτσίκια, τυφλώνεται από προβολείς, σημαδεύεται ανηλεώς, και κάθε τόσο κουρνιάζει στην αγκαλιά του εραστή της... τρέμοντας από ευτυχία. Τα βασανιστήριά της εντείνονται όταν στο προσκήνιο εμφανίζεται ένας νέος, σκληρότερος αφέντης, ο Σερ Στίβεν, ανάλογα αυξάνεται όμως και η δική της ηδονή. Πώς ήταν δυνατόν, αναρωτιόταν όλο το Παρίσι τότε, να 'χει γραφτεί τέτοιο σαδομαζοχιστικό πόνημα από γυναίκα; Για πολύ καιρό σερνόταν η φήμη ότι πραγματικός συγγραφέας της «Ιστορίας της Ο» ήταν ο Ζαν Πολάν, μια εμβληματική φιγούρα στο χώρο των γαλλικών γραμμάτων, επί χρόνια διευθυντής της λογοτεχνικής επιθεώρησης «NRF» που εξέδιδε ο οίκος Γκαλιμάρ. Ο Πολάν, άλλωστε, είχε αγωνιστεί να βρει εκδότη γι' αυτά τα χειρόγραφα που είχαν, όπως έλεγε, φτάσει στο γραφείο του, κι εκείνος ήταν που -υπό τις αποδοκιμασίες του Φρανσουά Μοριάκ- το είχε προλογήσει. «Επιτέλους, μια γυναίκα που ομολογεί!», έγραφε. «Ποιος ομολογεί τι; Αυτό που οι γυναίκες ανέκαθεν αρνούνταν, αυτό για το οποίο οι άντρες τις κατηγορούσαν: ότι δεν παύουν να υπακούουν στο αίμα τους, ότι τα πάντα σ' αυτές είναι ερωτισμός, ακόμα και το μυαλό τους. Οτι πρέπει να τις ταΐζεις, να τις πλένεις, να τις στολίζεις και να τις δένεις. Οτι το μόνο που χρειάζονται είναι ένα καλός αφέντης... Κοντολογίς, ότι πρέπει να παίρνουμε ένα μαστίγιο όταν πηγαίνουμε να τις δούμε». Οπως αποδείχτηκε τελικά, πίσω από την «Ιστορία της Ο» κρυβόταν μια άλλη -επίσης ερωτική- ιστορία. Πίσω από το ψευδώνυμο Πολίν Ρεάζ κρυβόταν η Ντομινίκ Ορί, δεξί χέρι του Ζαν Πολάν στη σύνταξη της «NRF» και επί μακρόν ερωμένη του, γεννημένη το 1907 στη Γαλλία ως Αν Ντεκλό! Μια γυναίκα που στα μικράτα της ονειρευόταν να γίνει καλόγρια, και που είχε μάθει στο κατηχητικό να ταυτίζει τον απόλυτο έρωτα με την εγκατάλειψη της ψυχής και του σώματος στον Θεό, αναζητώντας την ηδονή μέσα στην παραίτηση. Το 1943, απόφοιτος πλέον της Σορβόνης και με το ψευδώνυμο Ντομινίκ Ορί, η Ντεκλό διασχίζει το κατώφλι του Γκαλιμάρ υπογράφοντας μια «Ανθολογία της γαλλικής θρησκευτικής ποίησης», και επί πέντε δεκαετίες θα εργαστεί στον φημισμένο οίκο ως αναγνώστρια, επιμελήτρια εκδόσεων και μεταφράστρια πολυάριθμων έργων της αμερικανικής και της βρετανικής λογοτεχνίας. Δίχως τον παράνομο ερωτικό δεσμό της με τον κατά 20 χρόνια πρεσβύτερο και παντρεμένο Ζαν Πολάν, μια σχέση που ξεκίνησε μέσα στον στρόβιλο του πολέμου και της αντίστασης, η «Ιστορία της Ο» δεν θα είχε γραφτεί ποτέ. Στην πραγματικότητα η Ορί δεν φιλοδοξούσε να γράψει ένα βιβλίο. Μια ερωτική επιστολή στον μέντορά της ήθελε να στείλει, για να τον σαγηνέψει όχι μόνο ως ερωμένη αλλά και ως δεξιοτέχνης της γραφής. Ο Πολάν ήταν πεπεισμένος ότι καμιά γυναίκα δεν είναι ικανή να γράψει ερωτικό μυθιστόρημα, κι εκείνη βάλθηκε να τον διαψεύσει. Και κάθε πρωί, όταν εκείνος διάβαζε τα χειρόγραφά της από την προηγούμενη νύχτα, «συνεχίστε!» την πρόσταζε. brbrΗ «Ιστορία της Ο» πρωτοεκδόθηκε σε 600 μόλις αντίτυπα από έναν μικρό οίκο -ο «Γκαλιμάρ» δεν πήρε το ρίσκο- τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση του «Καλημέρα θλίψη» της Φρανσουάζ Σαγκάν. brbrΕπί μήνες έπρεπε να το αναζητά με πείσμα κανείς για να το εντοπίσει στα βιβλιοπωλεία. Με το που απέσπασε, όμως, το 1955, το βραβείο «Deux Magots» η φήμη του άρχισε να διαδίδεται, και μαζί της τα προβλήματα με τη Δικαιοσύνη. Μόνο από το 1967 θα κυκλοφορεί εντελώς ελεύθερα, ενώ χάρη στην κινηματογραφική του διασκευή στη δεκαετία του '70 θα γίνει μπεστ σέλερ και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. brbrΟπως αναφέρει ο δοκιμιογράφος και συνοδοιπόρος των σουρεαλιστών Σαράν Αλεξαντριάν (βλ. «Ιστορία της ερωτικής λογοτεχνίας», εκδ. «Τραυλός»), αυτή η επιτυχία οφειλόταν σ' ένα κοινωνιολογικό φαινόμενο: το κοινό στις ΗΠΑ «είχε τόσο πολύ μπουχτίσει από τις μαχητικές φεμινίστριες», γράφει, «ώστε ένα βιβλίο που μιλούσε για μια γυναίκα που της αρέσει να την δέρνουν, τους φάνηκε σωτήριο»... Οσο για τη δημιουργό του, που δεν ήθελε με τίποτε να φέρει «σε δύσκολη θέση τους γονείς της», αποκάλυψε την ταυτότητά της σε μια συνέντευξη στο «New Yorker» το 1994, τέσσερα μόλις χρόνια πριν αφήσει την τελευταία της πνοή.7 - 30072006Copyright © 2006 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.
 
10
   
πίσω πάνω

 

πίσω πάνω